Αρθρογραφία

Αναδιατυπώνοντας τα δικαιώματα υπό το πρίσμα της αναπηρίας: Σύμβαση των Η.Ε. για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες - Άρθρο για τα "Ενθέματα" της Αυγής

Πέραν από παραδοχές ότι τα δικαιώματα είναι αυταπόδεικτα και απονέμονται φυσικώ τω τρόπω με τη γέννηση κάθε ανθρώπου, τα δικαιώματα δεν ανήκουν στους ανθρώπους αλλά δημιουργούν ανθρώπους,1 κάποιοι από τους οποίους είναι πλήρεις άνθρωποι, κάποιοι λιγότερο άνθρωποι και κάποιοι εντελώς αποκλεισμένοι. Θεωρητικά τα άτομα με αναπηρίες απολαμβάνουν την προστασία και τα δικαιώματα του Ανθρώπου που κατοχυρώνονται στο διεθνές δίκαιο. Ωστόσο, αυτό δεν είναι το πραγματικό αλλά το ιδεώδες.

Ο αποκλεισμός και οι διακρίσεις που βιώνουν τα άτομα με αναπηρίες καθώς και η έλλειψη ρητής κατοχύρωσης των δικαιωμάτων τους αποτέλεσαν τις κινητήριες δυνάμεις για τη διαμόρφωση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες. Η Σύμβαση συνιστά μια σημαντική επιτυχία του παγκόσμιου, ευρωπαϊκού και εθνικού αναπηρικού κινήματος, προκειμένου να δοθούν σάρκα και οστά στον χλωμό Άνθρωπο, που δεν έχει φύλο, χρώμα, ηλικία, σώμα.

Η ολομέλεια της Γενικής Συνέλευσης των Η.Ε. ψήφισε τη Σύμβαση το 2006, η οποία, μαζί με το Προαιρετικό Πρωτόκολλο που τη συνοδεύει, τέθηκε σε ισχύ το 2008. Η Ελλάδα κύρωσε τη Σύμβαση και το Προαιρετικό Πρωτόκολλο με τον ν.4074/2012. Η Σύμβαση είναι το πρώτο διεθνές κείμενο ανθρωπίνων δικαιωμάτων που ενσωματώνει τη σύγχρονη κοινωνική προσέγγιση της αναπηρίας και, υπό αυτή την έννοια, παρέχει το υψηλότερο επίπεδο προστασίας στα άτομα με αναπηρίες. Σε περίπτωση παραβίασης των εν λόγω δικαιωμάτων από φορείς των συμβαλλόμενων κρατών, όπως αυτά διασφαλίζονται από τις διατάξεις της Σύμβασης, το Προαιρετικό Πρωτόκολλο παρέχει τη δυνατότητα σε μεμονωμένα άτομα ή ομάδες πολιτών, αφού εξαντλήσουν τα εσωτερικά ένδικα μέσα της κάθε χώρας, να προβούν σε ατομική αναφορά στον Ο.Η.Ε.

Στη Σύμβαση αποτυπώνεται με νομικά δεσμευτικό τρόπο η αλλαγή παραδείγματος στα θέματα αναπηρίας, σηματοδοτεί δηλαδή τη μετάβαση της διεθνούς κοινότητας από το ιατρικό στο κοινωνικό μοντέλο και την οριστική αποδοχή και υιοθέτηση της δικαιωματικής προσέγγισης της αναπηρίας. Το κοινωνική μοντέλο επιφέρει αλλαγές σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής ενώ η δικαιωματική προσέγγιση επιφέρει αλλαγές στην έννομη τάξη.

Η Σύμβαση δεν κατοχυρώνει νέα αλλά αναδιατυπώνει ισχύοντα δικαιώματα και καλύπτει όλα τα πεδία της δημόσιας πολιτικής και το σύνολο των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ατομικά, πολιτικά, κοινωνικά). Ως εκ τούτου, τα συμβαλλόμενα κράτη δεσμεύονται να διασφαλίσουν ισχύοντα δικαιώματα, στα οποία αποτυπώνονται νέα πρότυπα όπως οι εύλογες προσαρμογές, η προσβασιμότητα, ο καθολικός σχεδιασμός, η ανεξάρτητη διαβίωση, ενώ, αποσαφηνίζεται ο τρόπος εφαρμογής γενικών δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στη ζωή, η ισότητα ενώπιον του νόμου κ.ά., υπό το πρίσμα της αναπηρίας. Η διασφάλιση αυτή πρέπει να προκύψει αφενός από συγκεκριμένες νομοθετικές, κανονιστικές, διοικητικές ρυθμίσεις και μέτρα εφαρμογής και υλοποίησης των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η Σύμβαση αφετέρου με την άρση κάθε εμποδίου και την κατάργηση κάθε διάταξης του εθνικού δικαίου που παράγει ή συντηρεί διακρίσεις.

Σημειώνεται, ωστόσο, ότι οι προβλέψεις σχετικά με τον βαθμό δυσκολίας και τη διάρκεια του αγώνα που απαιτείται για την εφαρμογή στην πράξη όσων περιέχονται στη Σύμβαση δεν είναι αβάσιμες. Τεκμηριώνονται από το γεγονός ότι, παράλληλα με τις θετικές εξελίξεις όσον αφορά την προσέγγιση της αναπηρίας, συγχρόνως, από τον χώρο της οικονομίας προέρχονται πιέσεις οι οποίες απαξιώνουν και περιορίζουν τον χώρο και την εμβέλεια της κοινωνικής πολιτικής. Η θεσμική αποτύπωση οικονομικών αντιλήψεων για μονομερή περιορισμό των δημόσιων δαπανών θέτει υπό αμφισβήτηση την υποχρέωση του κράτους να χρηματοδοτεί επαρκώς την κοινωνική πολιτική, αλλά και σε σοβαρό κίνδυνο τον πυρήνα των κατακτήσεων στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα καλείται να εκπληρώσει τις διεθνείς υποχρεώσεις της και να ανταποκριθεί στη διπλή πρόκληση της προσαρμογής του περιβάλλοντος και της έννομης τάξης σε αρμονία με τη Σύμβαση. Ο πρόσφατα ψηφισθείς ν.4488/2017 αφορά στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων για την εξειδίκευση και προσαρμογή της Σύμβασης σε εθνικό επίπεδο. Μεταξύ άλλων, αφορά στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων προς τον σκοπό της καταπολέμησης του θεσμικού ρατσισμού, υπό τη σκιά του οποίου δημιουργούνται και παγιώνονται διακρίσεις στις δομές της κοινωνίας. Ο περιορισμός των δικαιωμάτων και των επιλογών συγκεκριμένων ομάδων που παρεκκλίνουν με οποιονδήποτε τρόπο από τα κυρίαρχα κανονιστικά πρότυπα (εν προκειμένω αυτά της σωματικής, αισθητηριακής, νοητικής, ψυχικής αρτιμέλειας) τείνει να κατοχυρώνεται θεσμικά μέσα από ιδεολογίες, πρακτικές, διαδικασίες, συμπεριφορές και κανονιστικά μέτρα τα οποία θεσμοποιούνται και γίνονται ανεκτά τόσο από τη διοίκηση όσο και από την κοινωνία.
Δεδομένου ότι η τυπική αναγνώριση των δικαιωμάτων δεν συνιστά εγγύηση για τους τους φορείς τους, εκτός από την κανονιστική διάστασή τους, τα δικαιώματα πρέπει να ιδωθούν μέσα από την αναγνώριση που δίνουν στα άτομα με αναπηρίες και μέσα από τη δημιουργία του υποκείμενου με αναπηρία. Ως εκ τούτου, η κοινωνική και πολιτική συμμετοχή και δράση των ατόμων με αναπηρίες και των συλλογικοτήτων τους, εξακολουθεί να συνιστά μία από τις προοπτικές για να αμφισβητηθούν μονοδιάστατες και ξεπερασμένες αντιλήψεις και να διεκδικηθεί η πραγματική ένταξη σε διάφορα επίπεδα της κοινωνίας.

 

παρλ 1

Τέλος στην υποχρεωτική Σαρία. Ανάμεσα στον νόμο του Θεού και τον νόμο των ανθρώπων - Άρθρο στην εφημερίδα Νέα Σελίδα

Η πρωτοβουλία της κυβέρνησης για προαιρετική εφαρμογή της Σαρία στους Έλληνες πολίτες που ανήκουν στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης αποτελεί ένα ακόμη σημαντικό βήμα για την προαγωγή και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα.
Το ζήτημα της εφαρμογής της Σαρία σε μια μερίδα Ελλήνων πολιτών έχει απασχολήσει έντονα την εθνική νομολογία και την νομική επιστήμη, ενώ ταυτόχρονα έχει αποτελέσει αντικείμενο πολιτικού και κοινωνικού διαλόγου εντός και εκτός της μουσουλμανικής μειονότητας. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι πέρα από τη δικαιοπολιτική διάσταση του ζητήματος, η εφαρμογή της Σαρία έχει ουσιαστικές επιπτώσεις στην καθημερινή ζωή των μελών της μειονότητας, καθώς αφορά τον τρόπο που παντρεύονται, χωρίζουν, κληρονομούν κλπ.
Αυτό που πολλοί συμπολίτες μας δεν γνωρίζουν είναι ότι σε ορισμένες αστικές υποθέσεις των Ελλήνων πολιτών που ανήκουν στη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης εφαρμόζεται η Σαρία και όχι το κοινό αστικό δίκαιο και οι διαφορές μεταξύ των μερών επιλύονται από τον Μουφτή. Ειδικότερα, το σχετικό νομοθέτημα (ν. 1920/1991), προβλέπει ότι ο Μουφτής ασκεί δικαιοδοσία μεταξύ των μελών της μουσουλμανικής μειονότητας που ζουν στην περιφέρειά του επί γάμων, διαζυγίων, διατροφών, επιτροπειών κλπ, εφ' όσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο. Οι σχετικές αποφάσεις του Μουφτή επί υποθέσεων αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας εκτελούνται μόνο κατόπιν σχετικής δικαστικής απόφασης που εκδίδεται κατά την εκουσία δικαιοδοσία. Έχει δε κριθεί από τα εθνικά δικαστήρια ότι η Σαρία εφαρμόζεται σε αστικές υποθέσεις των μελών της μουσουλμανικής μειονότητας, ακόμη κι αν οι ενδιαφερόμενοι έχουν εκφράσει, άμεσα ή έμμεσα, την επιθυμία τους να υπαχθούν στο κοινό αστικό δίκαιο. Για παράδειγμα, ακόμη και στην περίπτωση που κάποιος είχε συντάξει διαθήκη, τα εθνικά δικαστήρια έχουν κρίνει ότι η κληρονομική διαδοχή του πρέπει να γίνει σύμφωνα με τη Σαρία.
Αυτή η οριζόντια και άνευ άλλου τινός εφαρμογή της Σαρία στα μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης δεν ανταποκρίνεται πλέον στις ανάγκες και τις απαιτήσεις της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, αναπόσπαστο μέρος της οποίας είναι και η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης. Τα έθιμα και οι παραδόσεις της μουσουλμανικής μειονότητας ήταν και είναι απολύτως σεβαστά από την ελληνική Πολιτεία. Ωστόσο, ένα σύγχρονο κράτος οφείλει να σέβεται και να προστατεύει επίσης το δικαίωμα των πολιτών του να επιλέγουν ελεύθερα εάν και σε ποιο βαθμό θα εφαρμόζουν τέτοιου είδους έθιμα και παραδόσεις.
Έτσι, με την παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία, η κυβέρνηση προτείνει το εξής:
Εφαρμογή του Αστικού Κώδικα σε όλες τις αστικές υποθέσεις των μελών της μουσουλμανικής μειονότητας, εκτός εάν αμφότερα τα μέρη σε μια υπόθεση (π.χ. στην περίπτωση του διαζυγίου) συμφωνήσουν να υπαχθούν στη Σαρία. Εάν έστω και ένα από τα δύο μέρη δεν συμφωνεί, η υπόθεση υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Το ίδιο θα ισχύει και για την κληρονομική διαδοχή: μόνο εάν ο διαθέτης το επιλέξει, με ρητή δήλωσή του, η οποία είναι μάλιστα ελεύθερα ανακλητή, θα εφαρμόζεται η Σαρία.
Για τις περιπτώσεις που τα μέρη συμφωνούν να εφαρμοστεί η Σαρία, θα εισαχθούν (με προεδρικό διάταγμα) ορισμένες δικονομικές εγγυήσεις, ώστε να κατοχυρώνονται πλήρως τα δικαιώματα των μερών κατά την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς από τον Μουφτή.

Με αυτή τη ρύθμιση τα μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας μπορούν πλέον να προκρίνουν τον τρόπο επίλυσης μιας διαφοράς που ταιριάζει καλύτερα στη δική τους περίπτωση και στις δικές τους πεποιθήσεις. Δεν υποχρεούνται να εφαρμόσουν ούτε το ένα σύστημα ούτε το άλλο: είναι απολύτως ελεύθεροι να επιλέξουν.
Από την άλλη πλευρά υπάρχει ο αντίλογος ότι η κυβέρνηση έπρεπε να προχωρήσει στην πλήρη κατάργηση της Σαρία. Με ιδιαίτερη εντούτοις προσοχή και ωριμότητα κρίθηκε ότι αυτό θα αποτελούσε μια μετατόπιση της έννομης τάξης από το ένα άκρο στο άλλο. Αντιθέτως, με τη ρύθμιση που προωθείται, η εφαρμογή της Σαρία εναπόκειται στην ελεύθερη κρίση και βούληση των ίδιων των μελών της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης. Πιστεύω ακράδαντα ότι δεν υπάρχει πιο δημοκρατική επιλογή από αυτή.
Άλλωστε, η κυβέρνηση έχει εμπράκτως αποδείξει με διάφορα νομοθετήματα (όπως για παράδειγμα με το νόμο για το Σύμφωνο Συμβίωσης, το νόμο για την ταυτότητα φύλου κ.α.) ότι προωθεί την ιδιωτική αυτονομία και σέβεται την ιδιωτική βούληση του προσώπου. Αυτή η προσέγγιση αντανακλά μια σύγχρονη θεώρηση του δικαίου, που αντιλαμβάνεται τα άτομα ως αυτεξούσιες και ανεξάρτητες προσωπικότητες, ικανές να ρυθμίσουν τις διαπροσωπικές τους σχέσεις χωρίς περιττές νομοθετικές παρεμβάσεις, πλην αυτών που θεωρούνται απολύτως αναγκαίες για την προστασία των μερών, όπως για παράδειγμα αυτές που εισάγουν δικονομικές εγγυήσεις για την ενώπιον του Μουφτή διαδικασία.

 

10580394 10153081778183312 944686213 n

Στρίβειν δια μίας προτάσεως νόμου - Άρθρο στην Εφημερίδα των Συντακτών

Η ΝΔ υπέβαλε δική της πρόταση για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, προσπαθώντας να ξεφύγει από τη δύσκολη θέση στην οποία περιήλθε ο αρχηγός της, που είχε δεσμευθεί προσωπικά ότι θα υποστηρίξει τις διεκδικήσεις των διεμφυλικών προσώπων. Τελικά υπέκυψε στις υπερσυντηρητικές τάσεις του κόμματός του, που φαίνεται πως είναι ισχυρότερες από την προσωπική του αξιοπιστία και πολιτική ισχύ.
Η πρόταση της ΝΔ αποτελούσε σε πολλά σημεία της αντιγραφή του νομοσχεδίου της κυβέρνησης, ενώ σε άλλα απέπνεε προχειρότητα και τις παρωχημένες και συντηρητικές αντιλήψεις των στελεχών της.
Σε αντίθεση με το νομοσχέδιο που προβλέπει την τήρηση της υφιστάμενης δικαστικής διαδικασίας (εκουσία δικαιοδοσία) για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου, η ΝΔ πρότεινε την ίδια διαδικασία, προσθέτοντας δύο αυτοπρόσωπες δηλώσεις του προσώπου (έναντι μίας που προβλέπει το νομοσχέδιο), παρατείνοντας τη διαδικασία για τέσσερις επιπλέον μήνες. Ο λόγος, άγνωστος: υπάρχει περίπτωση η δυσφορία γένους που βιώνει το πρόσωπο να αρθεί σε τέσσερις μήνες; Επιπλέον, μια τόσο παρελκυστική διαδικασία έρχεται σε αντίθεση με τις συστάσεις των διεθνών οργάνων για γρήγορη και απλή διαδικασία, ενώ επιφορτίζει και τα δικαστήρια με άσκοπη ύλη.
Η ΝΔ πρότεινε επίσης η αλλαγή του καταχωρισμένου φύλου να γίνεται μόνο μία φορά. Κάτι τέτοιο έρχεται καταφανώς σε αντίθεση με τις διακηρύξεις της ότι δήθεν σέβεται το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό. Μια τέτοια πρόβλεψη θα αποτελούσε υπέρμετρο περιορισμό της βούλησης του προσώπου, σε αντίθεση με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Κανείς φυσικά δεν ισχυρίζεται ότι το πρόσωπο μπορεί να αλλάζει φύλο κάθε μέρα, αλλά δεν μπορεί και να αποκλειστεί πλήρως μια τέτοια περίπτωση. Γι' αυτό άλλωστε υπάρχει και η σχετική πρόβλεψη στο νομοσχέδιο για μια δεύτερη και τελευταία διόρθωση.
Το σημαντικότερο όμως είναι οι προϋποθέσεις που πρότεινε η ΝΔ. Επέμεινε στην ψυχιατρική βεβαίωση, παρά τις θέσεις και συστάσεις των εθνικών και διεθνών οργάνων που κάνουν λόγο για κατάργηση της χειρουργικής επέμβασης και της ψυχιατρικής διάγνωσης ως προαπαιτουμένων για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου.
Εν ολίγοις, και όπως φάνηκε και από το προσβλητικό παράδειγμα του προέδρου της, η ΝΔ ταυτίζει τη διαφυλικότητα με ψυχική διαταραχή και συγχέει (άδολα;) την τυχόν ψυχολογική υποστήριξη με προαπαιτούμενη ψυχιατρική εξέταση. Τόσο η κυβέρνηση, όσο και πλείστα εθνικά και διεθνή όργανα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (η ΕΕΔΑ, ο Συνήγορος του Πολίτη, ο Επίτροπος του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και πολλοί άλλοι) είμαστε απόλυτα αντίθετοι με αυτή της τη θέση.
Η ΝΔ πρότεινε μάλιστα ως προϋπόθεση να βεβαιώνεται ιατρικά (!) ότι η διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου του προσώπου δε θα επηρεάσει αρνητικά τυχόν ανήλικα τέκνα του. Το να τίθεται μια τέτοια προϋπόθεση είναι σαν να ζητάς βεβαίωση γιατρού ότι το διαζύγιο δε θα επηρεάσει αρνητικά τα παιδιά!
Ο βουλευτής της ΝΔ και πρώην Υπουργός Δικαιοσύνης, Χαράλαμπος Αθανασίου, ανέφερε ότι το κόμμα του συμφωνεί μεν ότι η προηγούμενη χειρουργική επέμβαση δεν πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση, υποστήριξε δε τη χρησιμότητα ψυχιατρικής βεβαίωσης. Κατηγόρησε εντούτοις την κυβέρνηση ότι με το εν λόγω νομοσχέδιο προσπαθεί να νομιμοποιήσει τους γάμους μεταξύ ομοφύλων, τη γέννηση παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια κλπ, αφού ο ένας εκ των δύο μπορεί πλέον να μην προβεί σε χειρουργική διαδικασία επανακαθορισμού φύλου. Με την τοποθέτησή του αυτή, αφενός παρέβλεψε τις πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις που έχουν ήδη απορρίψει αυτή την προϋπόθεση, χαρακτηρίζοντάς την ως βασανιστήριο. Αφετέρου, δε μας είπε πώς αποτρέπει όλα αυτά τα «δεινά» η ψυχιατρική διάγνωση στην οποία εμμένει η ΝΔ. Μήπως τελικά στην πραγματικότητα, το κόμμα του ποτέ δε θα προέβαινε σε μια τέτοια νομοθετική πρωτοβουλία κατάργησης των προϋποθέσεων του ακρωτηριασμού και της στείρωσης; Μάλλον ρητορικό το προηγούμενο ερώτημα.
Η ΝΔ δυστυχώς έχει απολέσει τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της ως κόμμα με κοινωνικά φιλελεύθερο χαρακτήρα, κάνοντας στρατηγική επιλογή να πορευτεί σε αναζήτηση ψήφων στο ακροδεξιό κομμάτι του εκλογικού σώματος. Κι αυτό δεν κρύβεται πίσω από το μανδύα ανέξοδων –μάλλον αυτό πίστευε ο κ. Μητσοτάκης πως ήταν- συναντήσεων και φωτογραφικών ενσταντανέ με εκπροσώπους της κοινότητας. Και δεν μπορεί να κρυφτεί, όταν με περισσή παρρησία, βουλευτές της αναφέρονται στη συγκεκριμένη ομάδα συμπολιτών μας με άκρως κακοποιητικό λόγο, όσο υπόρρητο κι αν προσπαθούν να τον κάνουν. Είναι πλέον σαφές πως η ΝΔ δεν μπορεί να πατά σε δυο βάρκες, δεν κοροϊδεύει πια κανέναν. Σίγουρα, δεν κοροϊδεύει τους συμπολίτες μας που καλόπιστα ανέμεναν πως θα έβαζε το ελάχιστο πολιτικό λιθαράκι, ώστε να αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι με τους υπόλοιπους πολίτες και να μην είναι πλέον αόρατοι. Αλλά φευ. Δύσκολοι καιροί για ανθρώπινα δικαιώματα στο στρατόπεδο της πάλαι ποτέ ευρωπαϊκής φιλελεύθερης κεντροδεξιάς.
Εκτός τελικά από τα βορβορώδη και ρατσιστικά που άκουσαν τα αυτιά μας στη συνεδρίαση της Βουλής, πονούν και τα μάτια μας από τη στάχτη που σκόρπισε η ΝΔ.

 

1 1

Ιδιότητα του Πολίτη και Ετερότητα: ο πολίτης με αναπηρία ως υποκείμενο δικαιωμάτων - Άρθρο στην Εφημερίδα των Συντακτών

Η έννοια της «ιδιότητας του πολίτη» αποτέλεσε και αποτελεί αντικείμενο συζήτησης στο ακαδημαϊκό και πολιτικό πεδίο. Το πώς εκλαμβάνεται η έννοια της ιδιότητας του πολίτη, δηλαδή το ποιος συνυπολογίζεται ως μέλος της κοινότητας, το τι δικαιούνται τα μέλη της κοινότητας, και το πώς τέτοια αιτήματα για αναγνώριση και αναδιανομή μπορούν να ανακινηθούν και να κριθούν, συνιστούν κοινωνική διεργασία χρονοβόρα και επίπονη, αλλά συγχρόνως και ανάγκη επιτακτική.
Η συζήτηση για την πολιτειότητα αντικατοπτρίζει τις μεγάλες κοινωνικές διαιρέσεις με όρους τάξης, φύλου, σεξουαλικότητας, έθνους, αναπηρίας, ενώ συστηματικά αποκλείονται πολλοί «άλλοι». Συνεπώς, προκύπτουν ηθικά και πολιτικά ζητήματα, που πρέπει να ληφθούν υπόψη όσον αφορά τη διαμόρφωση της σχέσης μεταξύ πολιτικών, κοινωνικών και πολιτιστικών αξόνων της πολιτειότητας. Σε αντίθετη περίπτωση, αναπόφευκτα, η ιδιότητα του πολίτη θα λειτουργήσει, και λειτουργεί, τόσο ως μηχανισμός ένταξης όσο και ως μηχανισμός αποκλεισμού.
Σύγχρονες δημοκρατίες έχουν δυσκολία στην αντιμετώπιση του «άλλου» ως μέλους της κοινότητάς τους, υπονομεύοντας τις δημοκρατικές αρχές και οδηγούν έτσι στον κοινωνικό αποκλεισμό ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας, όπως τα άτομα με αναπηρίες. Παρά το γεγονός ότι οι κοινωνίες χαρακτηρίζονται από την ανθρώπινη ετερότητα, η κοινωνικο-πολιτική οργάνωσή τους βασίζεται στην «κανονικότητα». Αυτή η στρέβλωση παράγει δομική βία η οποία διαπερνά κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής. από τη χρήση του δημόσιου χώρου έως την εκπαίδευση και από τη νομική αναγνώριση εναλλακτικών μορφών επικοινωνίας έως την πρόσβαση σε υποδομές, υπηρεσίες και αγαθά.
Κρίσιμο ερώτημα συνιστά το αν στο πλαίσιο μιας οικονομίστικης και ατομικιστικής αντίληψης για τη λειτουργία της οικονομίας και του κοινωνικού δαρβινισμού είναι δυνατόν να ενεργοποιηθεί «μία πολιτική δυνατότητα της "ιδιότητας του πολίτη" πέραν του ηθικολογικού πλαισίου της ανεκτικής διαχείρισης του "Άλλου"»[1];
Στο πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής για μία πιο περιεκτική και δημοκρατική κοινωνική πρακτική της ιδιότητας του πολίτη, εντάσσεται ο πρόσφατα ψηφισθείς ν.4488/2017 (άρθρα 59 έως και 74), ο οποίος αφορά στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων για την εξειδίκευση και προσαρμογή σε εθνικό επίπεδο της Σύμβασης των Η.Ε. για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες και του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου της, όπως κυρώθηκαν με τον ν.4074/2012.

Υπό τη βούληση για την πραγμάτωση ουσιαστικής ισονομίας και για την εκπλήρωση των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας, ο ν.4488/2017 ενσωματώνει νομοθετικές επιλογές προς τον σκοπό της καταπολέμησης του θεσμικού ρατσισμού και της ανεμπόδιστης συμμετοχής των ατόμων με αναπηρίες σε όλες τις πτυχές της ζωής και της καθημερινότητας, ενώ η Γενική Γραμματεία Ανθρωπίνων
Δικαιωμάτων ορίζεται ως Κεντρικό Σημείο Αναφοράς για θέματα σχετιζόμενα με την εφαρμογή της Σύμβασης.
Για την κυβέρνηση, το ζήτημα αναπηρίας είναι ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο σεβασμός και η προστασία των οποίων είναι στοιχείο της πολιτικής μας ταυτότητας. Πέραν όμως από την τυπική αναγνώριση των δικαιωμάτων, καθοριστικής σημασίας είναι ο μετασχηματισμός της κοινωνικής σημασιοδότησης της αναπηρίας ώστε η τελευταία να μην αποτελεί παράγοντα διακρίσεων. Ως εκ τούτου, η ενημέρωση της κοινωνίας, η προώθηση της εμπέδωσης και του σεβασμού της αρχής της μη διάκρισης από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η εκπαίδευση μαθητών, φοιτητών, σπουδαστών αλλά και η κατάρτιση δικαστικών λειτουργών και στελεχών του δημόσιου τομέα σε θέματα δικαιωμάτων και ίσης μεταχείρισης των ατόμων με αναπηρίες, αποτελούν συστατικά μέρη του νόμου.
Ο νέος νομικός πολιτισμός στο πεδίο της δικαιωματικής προσέγγισης της αναπηρίας συνιστά την πολιτική διάσταση της αναγνώρισης. Τα ίδια τα άτομα με αναπηρίες, από πολιτικά έκκεντρες κατηγορίες ανθρώπων μετατρέπονται σε πολιτικά υποκείμενα δικαιωμάτων με δυνατότητα να δράσουν ως έκφραση ατομικής αυτονομίας, και αυτή η δράση να είναι αποδεκτή από τους άλλους. Με τον τρόπο αυτό, η έννοια της ιδιότητας του πολίτη αποκτά ένα ειδικό ενδιαφέρον γιατί μπορεί να προσεγγιστεί όχι μόνο θεσμοκεντρικά αλλά και ως πρακτική, όσον αφορά στις διαδικασίες υποκειμενοποίησης που συνοδεύουν τη διεκδίκησή της από τα άτομα με αναπηρίες.

 

[1] Βλ. σχετικά Α. Αθανασίου, 2012.

 

2 10

Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τους πιο ευάλωτους πολίτες, τα Παιδιά - Άρθρο στο tvxs.gr

Από το tvxs.gr

 

Στην πολιτική, όπως και στη ζωή, είναι μοιραίο σημαντικότατες πρωτοβουλίες να αδικούνται από τη συγκυρία και να μην τυγχάνουν της προσοχής και της δημοσιότητας της οποίας αξίζουν.
Μία τέτοια περίπτωση είναι και το β' μέρος του νομοσχεδίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που αυτή τη εβδομάδα έρχεται στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής και αφορά στον Εθνικό Μηχανισμό Εκπόνησης, Παρακολούθησης και Αξιολόγησης των Σχεδίων Δράσης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, αφού όλη η προσοχή είναι στραμμένη στο πρώτο μέρος, που αφορά στη Νομική Αναγνώριση της Ταυτότητας Φύλου.
Η εκπόνηση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για το Παιδί, η οποία βρίσκεται στο τελικό στάδιο, αποτελούσε πάγιο αίτημα ανεξάρτητων φορέων, όπως του Συνήγορου του Πολίτη (Κύκλος Δικαιωμάτων του Παιδιού) και της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, αλλά και υποχρέωση της χώρας όπως προκύπτει από τις καταληκτικές παρατηρήσεις προς την Ελλάδα της Επιτροπής της Σύμβασης του ΟΗΕ της 15ης Ιουνίου 2012.
Σκοπός είναι η διαμόρφωση συγκροτημένης και συνεκτικής εθνικής πολιτικής για την προώθηση και την εφαρμογή των διατάξεων της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού και αποτελεί μια πολυτομεακή και συντονισμένη προσπάθεια της Ελληνικής Διοίκησης. Εκπονήθηκε από Διυπουργική Ομάδα Εργασίας, υπό τον συντονισμό της Γενικής Γραμματείας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με τη συνεισφορά των αρμόδιων Υπουργείων και φορέων. Η ίδια αυτή διυπουργική ομάδα εργασίας ορίζεται ως «Εθνικός Μηχανισμός Εκπόνησης, Παρακολούθησης και Αξιολόγησης Σχεδίων Δράσης για τα Δικαιώματα του Παιδιού».
Η εκπόνηση Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τα Δικαιώματα του Παιδιού αποτελεί στρατηγική επιλογή της ελληνικής Πολιτείας και κρίθηκε σκόπιμη με το σκεπτικό ότι το Σχέδιο Δράσης για τα Δικαιώματα του Παιδιού θα αποτελέσει αφενός ένα χρήσιμο εργαλείο για τη βελτίωση της προστασίας των δικαιωμάτων των παιδιών και αφετέρου, γιατί τα Σχέδια Δράσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν διεθνώς αναγνωρισμένη «καλή πρακτική». Επιπλέον, η στρατηγική αυτή επιλογή εκφράζει την ουσιαστική δέσμευση της ελληνικής πολιτείας να διαμορφώσει αποτελεσματικές πολιτικές για το βέλτιστο συμφέρον κάθε παιδιού που ζει στη χώρα, χωρίς αποσπασματικό χαρακτήρα και για την αποφυγή των παρατηρούμενων αλληλεπικαλύψεων της Διοίκησης.
Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που η οικονομική και κοινωνική συγκυρία επιβάλλει, έγινε αυστηρή ιεράρχηση αναγκών και προτεραιοτήτων με βάση τους περιορισμένους διαθέσιμους πόρους και συγκροτήθηκε στη λογική σαφών και καθορισμένων αξόνων προτεραιοτήτων, ρεαλιστικών και μετρήσιμων στόχων ανά άξονα, καταγραφή δράσεων για την επίτευξη αυτών των στόχων, τακτική αξιολόγηση και επικαιροποίηση.
Οι άξονες προτεραιότητας που τέθηκαν ήταν η αντιμετώπιση των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης στα παιδιά, η Εκπαίδευση, οι ασυνόδευτοι ανήλικοι, τα παιδιά σε προνοιακά Ιδρύματα και η Αναθεώρηση του Οικογενειακού Δικαίου.
Κατά τη διαμόρφωση των Εθνικών Σχεδίων Δράσης για τα Δικαιώματα του Παιδιού προβλέπεται η διαβούλευση και με άλλους φορείς της Διοίκησης, καθώς και την Κοινωνία των Πολιτών, αλλά και τα ίδια τα παιδιά. Αξίζει, δε, να σημειωθεί, ότι η ΚΑ΄ Σύνοδος της Βουλής των Εφήβων (7-11 Ιουλίου 2016) είχε ως αντικείμενο το τρέχον, υπό εκπόνηση Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Ήταν μάλιστα η πρώτη φορά που οι έφηβοι βουλευτές κλήθηκαν να καταθέσουν προτάσεις για μια πραγματική πρωτοβουλία της Διοίκησης, σε ένα θέμα που τους αφορά άμεσα.
Είναι σαφές, ότι η κυβέρνηση έχει περάσει πλέον από το στάδιο της καταγραφής των προβλημάτων αναφορικά με την παιδική προστασία, σε αυτό των νομοθετικών ρυθμίσεων προκειμένου να καλυφθούν τα νομοθετικά κενά. Όμως οι Νόμοι δεν αρκούν, το πιο σημαντικό είναι η ορθή εφαρμογή τους. Όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν μεμονωμένες και αποσπασματικές δράσεις, αλλά εντάσσονται στην ευρύτερη πολιτική βούληση της κυβέρνησης να δημιουργηθεί ένα πλέγμα προστασίας για το Παιδί, μέσω ενός ολιστικού σχεδίου, οριζόντιου, διεπιστημονικού και διυπουργικού, που δεν αντιμετωπίζει το παιδί ως παρακολούθημα των γονιών του, αλλά ως έναν νεαρό πολίτη, όπως άλλωστε επιτάσσει και το Σύνταγμα.

 

1 1

top banner par-2

 
Copyright © 2012. www.mariayannakaki.gr | Όλα τα νέα σήμερα newspolis.gr | Designed by Shape5.com

Η επίσημη ιστοσελίδα της Μαρίας Γιαννακάκη | υποψηφιοι, Αττική, περιφέρεια, Παρέμβαση, για την Αττική, Β' Πειραιά, Κορυδαλλός, Κερατσίνι, Νίκαια, Δραπετσώνα, Αγ. Ιωάννης, Ρέντης, Πέραμα, Πειραιάς, Ανθρώπινα, δικαιώματα, LGBT, ισότητα, Εξωτερική, πολιτική, Εθνική Άμυνα, Τουρκία, Κύπρος, Κυπριακό, Ευρωπαϊκή, Ένωση, ομοφυλόφιλοι, Ρομά